Δυσκολία Εμπιστοσύνης στον Δεσμό

Ο Φόβος να Αφεθούμε σε μια Σχέση

«Μπορεί να λαχταρούμε τη σύνδεση και ταυτόχρονα να φοβόμαστε ότι, αν αφεθούμε, ίσως πληγωθούμε ξανά.»

Η εμπιστοσύνη δεν δημιουργείται μόνο με τη λογική. Καλλιεργείται μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες ασφάλειας, συνέπειας, συναισθηματικής διαθεσιμότητας και σεβασμού. Όταν αυτές οι εμπειρίες απουσίασαν, διακόπηκαν ή συνδέθηκαν με απόρριψη, έλεγχο, απώλεια ή προδοσία, η εγγύτητα μπορεί να αρχίσει να βιώνεται ως κάτι αβέβαιο.

Το άτομο μπορεί να επιθυμεί μια ουσιαστική σχέση, αλλά ταυτόχρονα να δυσκολεύεται να πιστέψει ότι κάποιος θα παραμείνει κοντά του, θα σεβαστεί τις ανάγκες του ή θα ανταποκριθεί χωρίς να το πληγώσει. Μπορεί να φοβάται την εγκατάλειψη, να αναζητά συνεχώς επιβεβαίωση ή, αντίθετα, να απομακρύνεται μόλις η σχέση αρχίσει να αποκτά μεγαλύτερο συναισθηματικό βάθος. Η δυσκολία εμπιστοσύνης δεν αποτελεί απαραίτητα έλλειψη επιθυμίας για αγάπη. Πολλές φορές είναι ένας τρόπος προστασίας που δημιουργήθηκε όταν η σύνδεση δεν ήταν αρκετά ασφαλής.

Η Συμβολή της Κλινικής Υπνοθεραπείας

Η Κλινική Υπνοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει το άτομο να προσεγγίσει με ασφάλεια τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις σωματικές αντιδράσεις που ενεργοποιούνται μέσα στις σχέσεις του. Στόχος δεν είναι να πειστεί ότι πρέπει να εμπιστεύεται τους πάντες ούτε να αγνοήσει πραγματικά σημάδια κινδύνου. Στόχος είναι να μπορεί να διακρίνει το παρόν από το παρελθόν και τον πραγματικό κίνδυνο από τον φόβο που ενεργοποιείται αυτόματα. Μέσα στην υπνωτική διαδικασία μειώνεται σταδιακά η ένταση της εξωτερικής παρατήρησης και δημιουργείται χώρος για βαθύτερη εσωτερική επίγνωση. Το άτομο μπορεί να παρατηρήσει τι φοβάται ότι θα συμβεί εάν ανοιχτεί συναισθηματικά, ποια συμπεράσματα έχει σχηματίσει για τον εαυτό του και ποιο μέρος του αισθάνεται ότι χρειάζεται ακόμη να προστατεύεται.

Μπορεί, για παράδειγμα, να υπάρχει η πεποίθηση ότι «αν δείξω τι αισθάνομαι, θα απορριφθώ», «αν χρειαστώ κάποιον, θα με εγκαταλείψει» ή «αν δεν ελέγχω τα πάντα, θα πληγωθώ». Αυτές οι πεποιθήσεις δεν αντιμετωπίζονται ως παράλογες. Αναγνωρίζονται ως συμπεράσματα που κάποτε μπορεί να είχαν προστατευτική λειτουργία, αλλά σήμερα περιορίζουν τη δυνατότητα δημιουργίας ενός πιο ασφαλούς δεσμού. Η διαδικασία βοηθά το άτομο να αναπτύξει μια διαφορετική εσωτερική εμπειρία: να αισθανθεί ότι μπορεί να πλησιάζει χωρίς να χάνει τον εαυτό του, να εκφράζει τις ανάγκες του χωρίς ενοχή και να απομακρύνεται όταν τα όριά του δεν γίνονται σεβαστά. Η εμπιστοσύνη δεν παρουσιάζεται ως υποχρέωση. Χτίζεται σταδιακά, μέσα από επιλογές που βασίζονται τόσο στο συναίσθημα όσο και στην πραγματικότητα.

Πώς Εκφράζεται η Δυσκολία Εμπιστοσύνης

Η δυσκολία εμπιστοσύνης δεν εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Κάποιος μπορεί να αναζητά διαρκώς διαβεβαιώσεις, να φοβάται ότι ο άλλος θα φύγει ή να ερμηνεύει μια καθυστέρηση στην επικοινωνία ως απόρριψη. Ένας άλλος άνθρωπος μπορεί να αποφεύγει να μιλά για τα συναισθήματά του, να κρατά απόσταση ή να αποσύρεται όταν μια σχέση γίνεται πιο στενή.

Μερικοί άνθρωποι ελέγχουν συνεχώς τη συμπεριφορά του συντρόφου τους, αναζητώντας ενδείξεις ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. Άλλοι επιλέγουν επανειλημμένα ανθρώπους που δεν είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι, επειδή η απόσταση είναι επώδυνη αλλά ταυτόχρονα οικεία. Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια, θεωρώντας ότι πρέπει να αντιμετωπίζουν τα πάντα μόνοι τους.

Οι Πρώτες Εμπειρίες Σύνδεσης

Οι πρώτες σχέσεις συμβάλλουν στη διαμόρφωση των προσδοκιών μας για την εγγύτητα. Όταν ένα παιδί βιώνει φροντίδα, συνέπεια και συναισθηματική ανταπόκριση, μαθαίνει σταδιακά ότι μπορεί να αναζητά υποστήριξη και ότι η σύνδεση δεν απειλεί την αυτονομία του. Όταν όμως η ανταπόκριση είναι απρόβλεπτη, το παιδί μπορεί να χρειάζεται να παραμένει σε εγρήγορση για να καταλάβει πότε ο γονέας είναι διαθέσιμος. Εάν τα συναισθήματά του απορρίπτονται ή αντιμετωπίζονται ως βάρος, μπορεί να μάθει να τα κρύβει. Εάν υπάρχει έντονη σύγκρουση ανάμεσα στους γονείς, συναισθηματική απουσία, υπερβολικός έλεγχος ή αντιστροφή των ρόλων, μπορεί να συνδέσει την αγάπη με την ευθύνη, την αβεβαιότητα ή την ανάγκη να φροντίζει τους άλλους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πρώιμες εμπειρίες καθορίζουν αμετάκλητα τις μελλοντικές σχέσεις. Οι τρόποι σύνδεσης μπορούν να εξελιχθούν μέσα από νέες, σταθερές εμπειρίες, προσωπική επίγνωση και σχέσεις στις οποίες υπάρχουν συνέπεια, επικοινωνία και αμοιβαίος σεβασμός. Η δυσκολία εμπιστοσύνης μπορεί επίσης να εμφανιστεί αργότερα στη ζωή, μετά από μια προδοσία, έναν επώδυνο χωρισμό, κακοποιητική συμπεριφορά, απώλεια ή επαναλαμβανόμενες εμπειρίες απόρριψης. Δεν θεωρούμε επομένως ότι πίσω από κάθε δυσκολία στον δεσμό υπάρχει απαραίτητα ένα παιδικό τραύμα. Εξετάζουμε τη μοναδική ιστορία και τις σημερινές συνθήκες κάθε ανθρώπου.

Δύο Διαφορετικοί Τρόποι Προστασίας

Η ανασφάλεια στον δεσμό μπορεί να εκφράζεται μέσα από δύο φαινομενικά αντίθετες κατευθύνσεις. Στη μία περίπτωση, το άτομο φοβάται την απόσταση και προσπαθεί να κρατήσει τον άλλον κοντά του. Μπορεί να ζητά συχνά επιβεβαίωση, να ανησυχεί υπερβολικά για τη σχέση ή να δυσκολεύεται να ηρεμήσει όταν δεν υπάρχει άμεση ανταπόκριση. Στην άλλη περίπτωση, το άτομο προστατεύεται περιορίζοντας την εγγύτητα. Μπορεί να αποφεύγει την εξάρτηση, να δυσκολεύεται να εκφράσει ευαλωτότητα ή να απομακρύνεται όταν αισθάνεται ότι κάποιος το πλησιάζει συναισθηματικά.

Ορισμένοι άνθρωποι κινούνται ανάμεσα στις δύο αυτές αντιδράσεις. Επιθυμούν πολύ τη σύνδεση, αλλά όταν αυτή γίνει πραγματική, φοβούνται και αποσύρονται. Στη συνέχεια αισθάνονται την απώλεια και προσπαθούν να πλησιάσουν ξανά. Αυτή η εναλλαγή μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση τόσο στο ίδιο το άτομο όσο και στον σύντροφό του. Οι αντιδράσεις αυτές δεν αποτελούν σταθερές ταυτότητες ούτε αμετάβλητους «τύπους προσωπικότητας». Είναι τρόποι συναισθηματικής προστασίας που μπορούν να αναγνωριστούν και σταδιακά να μεταβληθούν.

Όταν το Σώμα Παραμένει σε Επιφυλακή

Η εμπιστοσύνη δεν αφορά μόνο όσα σκεφτόμαστε για τον άλλον. Αφορά και το πώς αντιδρά το σώμα όταν κάποιος πλησιάζει, απομακρύνεται ή γίνεται συναισθηματικά σημαντικός. Μια καθυστέρηση στην επικοινωνία μπορεί να προκαλέσει ταχυπαλμία, σφίξιμο στο στήθος ή ένταση στο στομάχι. Μια συζήτηση για μεγαλύτερη δέσμευση μπορεί να δημιουργήσει δυσφορία, ανάγκη απομάκρυνσης ή αίσθηση ότι το άτομο χάνει τον προσωπικό του χώρο. Ακόμη και όταν η σημερινή σχέση είναι ασφαλής, το νευρικό σύστημα μπορεί να αντιδρά σύμφωνα με όσα έχει μάθει από προηγούμενες εμπειρίες.

Στη συνεδρία παρατηρούμε με προσοχή πότε εμφανίζεται η ένταση, πού γίνεται αισθητή στο σώμα και ποια ανάγκη εκφράζει. Με τη βοήθεια της αναπνοής, της υπνωτικής εστίασης, της σωματικής επίγνωσης και κατάλληλων νοερών εικόνων, το άτομο μπορεί να αρχίσει να παραμένει σε επαφή με το συναίσθημά του χωρίς να κατακλύζεται και χωρίς να χρειάζεται να επιτεθεί, να ελέγξει ή να απομακρυνθεί αμέσως. Η ρύθμιση του νευρικού συστήματος δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται όλες οι δύσκολες αντιδράσεις. Σημαίνει ότι δημιουργείται περισσότερος χώρος ανάμεσα σε αυτό που αισθάνεται κάποιος και στον τρόπο με τον οποίο επιλέγει να αντιδράσει.

Το Social Panorama και η Εσωτερική Εικόνα των Σχέσεων

Το Social Panorama αποτελεί ένα βιωματικό μοντέλο του NLP που διερευνά τον τρόπο με τον οποίο αναπαριστούμε νοητικά τον εαυτό μας και τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μας. Η θέση, η απόσταση, το μέγεθος και η κατεύθυνση αυτών των εσωτερικών εικόνων μπορούν να προσφέρουν πληροφορίες για το πώς βιώνεται μια σχέση.Ένας άνθρωπος που φοβάται την εγκατάλειψη μπορεί να αισθάνεται ότι ο άλλος βρίσκεται πολύ μακριά ή ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να εξαφανιστεί. Κάποιος που φοβάται την εγγύτητα μπορεί να βιώνει την παρουσία του άλλου ως υπερβολικά κοντινή ή πιεστική. Σε άλλες περιπτώσεις, η εσωτερική εικόνα ενός γονέα ή μιας παλαιότερης σχέσης μπορεί να εξακολουθεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτός ο σημερινός σύντροφος.

Με κατάλληλη καθοδήγηση, το άτομο μπορεί να επαναπροσδιορίσει αυτές τις εσωτερικές αποστάσεις, να ξεχωρίσει το παρελθόν από το παρόν και να δημιουργήσει μια πιο σταθερή θέση για τον εαυτό του. Στόχος δεν είναι η τεχνητή αλλαγή των συναισθημάτων, αλλά η ενίσχυση της εσωτερικής αίσθησης ότι μπορεί να συνδέεται, διατηρώντας παράλληλα την προσωπική του ταυτότητα και τα όριά του. Το Social Panorama και το NLP χρησιμοποιούνται ως βιωματικά εργαλεία μέσα σε ένα ευρύτερο εξατομικευμένο πλαίσιο. Δεν αποτελούν από μόνα τους καθιερωμένη ψυχολογική αντιμετώπιση κάποιας επίσημης διαταραχής.

Κρανιοϊερή Προσέγγιση και Σωματοσυναισθηματική Απελευθέρωση

Η Κρανιοϊερή Θεραπεία χρησιμοποιεί πολύ ήπια και προσεκτική επαφή, υποστηρίζοντας τη σωματική ηρεμία και την επίγνωση των περιοχών όπου το άτομο αισθάνεται ένταση, περιορισμό ή ανάγκη προστασίας. Μέρος της Κρανιοϊερής προσέγγισης αποτελεί η Σωματοσυναισθηματική Απελευθέρωση — SomatoEmotional Release (SER), η οποία συνδυάζει την επαφή με το σώμα, τον διάλογο και τη διερεύνηση των συναισθημάτων που μπορεί να αναδύονται κατά τη διαδικασία. Σύμφωνα με το μοντέλο του John E. Upledger, ο όρος «ενεργειακή κύστη» χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια περιοχή στην οποία θεωρείται ότι εξακολουθεί να εκφράζεται η επίδραση μιας έντονης σωματικής ή συναισθηματικής εμπειρίας. Δεν αναφέρεται σε ανατομική κύστη ούτε αποτελεί επιστημονικά επιβεβαιωμένη βιολογική δομή. Είναι ένας βιωματικός όρος που ανήκει στο συγκεκριμένο μοντέλο της Κρανιοϊερής προσέγγισης.

Στη δυσκολία εμπιστοσύνης μπορεί να υπάρχει ένα σημείο του σώματος που σφίγγεται όταν το άτομο σκέφτεται την εγγύτητα, την έκθεση ή την πιθανότητα απόρριψης. Η ήπια επαφή μπορεί να προσφέρει τον χρόνο και τον χώρο ώστε να αναγνωριστεί τι χρειάζεται εκείνη τη στιγμή: περισσότερη απόσταση, προστασία, φωνή, ένα σαφές όριο ή την εμπειρία ότι μπορεί να παραμένει κοντά σε κάποιον χωρίς να χάνει τον εαυτό του. Η διαδικασία δεν επιδιώκει να προκαλέσει αναβίωση, να επιβάλει συναισθηματική αποφόρτιση ή να κατασκευάσει αναμνήσεις. Ακολουθεί πάντοτε τον ρυθμό, τα όρια και τη δυνατότητα του ανθρώπου να παραμένει ασφαλής και παρών.

Από την Προστασία στη Συνειδητή Επιλογή

Η Εστιασμένη στις Λύσεις Προσέγγιση βοηθά το άτομο να προσδιορίσει πώς θα αναγνώριζε μια σχέση μέσα στην οποία αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια. Η προσοχή μετακινείται σταδιακά από την αποκλειστική ανάλυση του προβλήματος προς τις μικρές αλλαγές που μπορούν να γίνουν στο παρόν. Το άτομο μπορεί να αρχίσει να παρατηρεί πότε ήδη καταφέρνει να εκφράσει μια ανάγκη, να θέσει ένα όριο, να παραμείνει σε μια δύσκολη συζήτηση ή να επιλέξει έναν άνθρωπο που συμπεριφέρεται με συνέπεια. Αυτές οι μικρές εμπειρίες αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί ένας ασφαλέστερος τρόπος σύνδεσης.

Η εμπιστοσύνη δεν σημαίνει ότι παραδινόμαστε χωρίς όρια ή ότι αγνοούμε όσα μας δείχνει η πραγματικότητα. Σημαίνει ότι επιτρέπουμε στον άλλον να αποδεικνύει σταδιακά, μέσα από τις πράξεις του, εάν είναι αξιόπιστος. Παράλληλα, αναπτύσσουμε εμπιστοσύνη στη δική μας ικανότητα να παρατηρούμε, να επιλέγουμε, να μιλάμε και να απομακρυνόμαστε όταν μια σχέση δεν είναι ασφαλής.

Όταν η Δυσπιστία Είναι Δικαιολογημένη

Δεν προέρχεται κάθε δυσκολία εμπιστοσύνης από το παρελθόν. Μερικές φορές το άτομο δυσκολεύεται να εμπιστευτεί επειδή η σημερινή σχέση είναι πράγματι ασταθής, χειριστική, ελεγκτική ή κακοποιητική. Η διαδικασία δεν αποσκοπεί στο να κάνει κάποιον πιο ανεκτικό απέναντι στην εξαπάτηση, την υποτίμηση, την παραβίαση των ορίων ή τη βία. Σε αυτές τις περιπτώσεις προτεραιότητα έχει η αναγνώριση της πραγματικότητας, η προσωπική προστασία και η αναζήτηση της κατάλληλης υποστήριξης. Η ασφαλής εμπιστοσύνη δεν είναι τυφλή. Συνδυάζει τη συναισθηματική διαθεσιμότητα με τη διάκριση, την παρατήρηση και τον σεβασμό προς τον εαυτό.

Σημαντική Ενημέρωση

Η Κλινική Υπνοθεραπεία, η Εστιασμένη στις Λύσεις Προσέγγιση, το NLP και το Social Panorama, καθώς και η Κρανιοϊερή Θεραπεία με τη Σωματοσυναισθηματική Απελευθέρωση (SomatoEmotional Release® – SER), δεν αντικαθιστούν την ψυχολογική, ψυχιατρική ή ιατρική φροντίδα. Εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επιλέγονται ανάλογα με τις ανάγκες, το ιστορικό και τους προσωπικούς στόχους κάθε ανθρώπου. Όταν η δυσκολία εμπιστοσύνης συνδέεται με ενδοοικογενειακή βία, σοβαρή κατάθλιψη, αυτοτραυματισμό, σκέψεις αυτοκτονίας, ψυχωτικά συμπτώματα, εξάρτηση από ουσίες ή σημαντική αδυναμία καθημερινής λειτουργίας, χρειάζεται αξιολόγηση και υποστήριξη από κατάλληλο επαγγελματία ψυχικής υγείας. Όταν το άτομο παρακολουθείται από ψυχίατρο, η έναρξη της συνεργασίας προϋποθέτει προηγούμενη συνεννόηση και γραπτή ή τηλεφωνική επιβεβαίωση από τον θεράποντα ιατρό.

Βιβλιογραφία